Ο K.K. Downing, μαζί με τον μπασίστα Ian Hill, είναι ιδρυτικό μέλος του θρυλικού βρετανικού heavy metal συγκροτήματος Judas Priest. Κατά τη διάρκεια της 35χρονης πορείας τους έχουν δημιουργήσει πολλούς διαχρονικούς metal ύμνους, από το “Victim Of Changes” και το “Hell Bent For Leather”, έως τα “Breaking The Law” και “Painkiller”. Μέχρι το 2007 οι Priest έχουν σημειώσει πωλήσεις δίσκων άνω των 35 εκατομμυρίων παγκοσμίως. Παραμένουν μέχρι και σήμερα ακμαίοι, ενώ περιοδεύουν σε όλον τον κόσμο, προσφέροντας το «βρετανικό ατσάλι» τους σε χιλιάδες πιστών οπαδών. Ο Downing, σε συνδυασμό με τον άλλον κιθαρίστα των Priest, Glenn Tipton, έχει θέσει τις σταθερές του heavy metal παιξίματος. Ο χαρακτηριστικός τους ήχος αποτελεί σήμα κατατεθέν στο χώρο, με το άγριο bluesy ύφος του K.K. να αλληλοσυμπληρώνεται με την πιο μελωδική προσέγγιση του Tipton. Οι κλασσικές δισολίες και τα αιχμηρά riffs τους συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πλέον πολυπαιγμένα από τους νεώτερους κιθαρίστες σε κάθε προβάδικο.
Ο Kenneth Downing γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1951 στο West Bromwich της Αγγλίας. Σε μικρή ηλικία, το ενδιαφέρον του νεαρού κιθαρίστα κέντρισαν οι ήχοι θρυλικών μουσικών, όπως Jimi Hendrix, John Mayall και Eric Clapton. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο Downing έπαιζε ήδη σε ένα τοπικό συγκρότημα με τον Ian Hill. Τις δυνάμεις του ένωσε μαζί τους το 1973και ο Rob Halford, αναλαμβάνοντας χρέη τραγουδιστή στο συγκρότημα, το οποίο είχε ήδη ονομαστεί Judas Priest. Ο Glenn Tipton ήρθε το 1974, αμέσως πριν την έναρξη των ηχογραφήσεων του παρθενικού δίσκου τους, συμπληρώνοντας τον πυρήνα των Judas Priest, ο οποίος παραμένει ίδιος μέχρι και σήμερα.
Μετά από το αριστουργηματικό “Sad Wings Of Destiny”, οι Priest μεταπήδησαν στη CBS Records και ξεκίνησαν την αργή, μα σταθερή ανοδική πορεία τους προς την κορυφή του heavy metal στερεώματος. Αρχικά εμφανίζονταν ως support σε άλλα μεγάλα ονόματα, μα σύντομα άρχισαν να κάνουν τις δικές τους headlining συναυλίες. Το 1979, χρονιά του εκπληκτικού live “Unleashed In The East”, το συγκρότημα είχε ήδη υιοθετήσει την κλασσική πλέον εμφάνιση με τα δερμάτινα και τα καρφιά, ενώ το 1980, με το μνημειώδες “British Steel” ήταν έτοιμοι να κατακτήσουν τον κόσμο.
Η μεγάλη στιγμή ήρθε δύο χρόνια αργότερα, με το κλασσικό LP “Screaming For Vengeance” και το κομμάτι “You’ve Got Another Thing Comin’”. Οι Judas Priest πέρασαν αρκετούς μήνες περιοδεύοντας στην Αμερική, το “Screaming…” έγινε διπλά πλατινένιο και οι ίδιοι θεωρούνταν ήδη ως μία από τις μεγαλύτερες metal μπάντες παγκοσμίως.
Το “Turbo” του 1986 εισήγαγε τις synth κιθάρες στον ήχο των Priest και τους κατέστησε καινοτόμους στο είδος. Η επόμενη δεκαετία ξεκίνησε θεαματικά, με το βαρύ και γρήγορο “Painkiller”, το οποίο χάρισε στους Priest το πρώτο τους βραβείο Grammy και συνέστησε στους οπαδούς τον Scott Travis στα τύμπανα. Λίγο καιρό αργότερα ο Rob Halford αποχώρησε από το συγκρότημα, προκειμένου να αφοσιωθεί στα δικά του σχήματα, αλλά οι Judas Priest συνέχισαν, προσλαμβάνοντας τον Tim “Ripper” Owens, με τον οποίον κυκλοφόρησαν δύο αρκετά βαριά και εκμοντερνισμένα albums, έως την επανένωση του 2003 με τον Halford.
Με το εξαιρετικό album της επανένωσης, “Angel Of Retribution” και δύο υπερεπιτυχημένες παγκόσμιες περιοδείες, όλα δείχνουν πως οι Priest και ο K.K. Downing θα ροκάρουν για αρκετά από τα επόμενα χρόνια ακόμη.